Λασίθι – Τα περίτεχνα τέμπλα του Οροπεδίου

Του Κωστή Παπαγεωργίου

Ένας λαμπερός ήλιος σκόρπιζε σιγά-σιγά την πρωινή πάχνη στο πολύπαθο Οροπέδιο του Λασιθίου και ξεσκέπαζε μέσα από την ομίχλη τα χωριουδάκια στις παρυφές της οροσειράς της Δίκτης. Ετούτο τον καιρό, πριν από τη μεγάλη Επανάσταση του 1866, κάτι είχε αλλάξει στον τόπο. Από τα χαράματα άνθρωποι και ζωντανά βρίσκονταν σε κινητικότητα, κουβαλώντας αδιάκοπα από τα γύρω βουνά κορμούς κυπαρισσιών και πέτρες για οικοδομικό υλικό, και όλοι μαζί είχαν βαλθεί να χτίζουν εκκλησίες, να αναστηλώσουν άλλες που ήταν μισογκρεμισμένες και να πελεκούνε περίτεχνα τέμπλα.
Το “Χάτι Χουμαγιούμ”, που υπέγραψε ο σουλτάνος το 1856, επιτρέποντας στους Κρητικούς να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, πυροδότησε ένα οργασμό ναοδομίας σε ολόκληρη την Κρήτη. Οι παλιοί μαστόροι ξαναβγάλανε από τις κασέλες τα εργαλεία και τα σκαρπέλα και πέσανε στη δουλειά…
«Μεθαύριο θα αρχίσουμε να πελεκούμε το σταυρό του τέμπλου», είπε με σοβαρό ύφος στον παραγιό του ο πρωτομάστορας νιταδώρος (ξυλογλύπτης), καθώς έκανε τις τρύπες πάνω στο ανθιβόλιο (στάμπο). «Για τούτο να ξέρεις πως αύριο είναι μέρα νηστείας». Με τέτοια ευλάβεια και ταπεινότητα δημιουργούσαν τα αριστουργήματά τους εκείνοι οι πρωτομάστορες, που είχαν κληρονομήσει μια τέχνη παλιά που ερχόταν από το Βυζάντιο και την ένιωθαν αγιασμένη.

Η εκκλησιαστική ξυλογλυπτική

Η τέχνη αυτή έχει τις ρίζες της στη Β’ Βυζαντινή Περίοδο της Κρήτης (961-1204). Μετά την απελευθέρωση της μεγαλονήσου από τον Νικηφόρο Φωκά, πολλές βυζαντινές οικογένειες μετοίκησαν στην Κρήτη και ένας άνεμος πολιτιστικής και θρησκευτικής ανάτασης έπνεε σε ολόκληρο το νησί της Κρήτης που μέχρι τότε οι βυζαντινοί χρονικογράφοι αποκαλύπτουν «Θεόλετον και Βαρβαροτρόφον».
Μάλιστα, οι βυζαντινοί άποικοι και τεχνίτες έφεραν αλλαγές στη ναοδομία, την αγιογραφία και την ξυλογλυπτική, δημιουργώντας μια παράδοση που συνεχίστηκε και επί βενετοκρατίας.

Οι νιταδώροι του Μέσα Λασιθίου

Στη λαϊκή γλώσσα ο όρος “νιταδώρος” σημαίνει ξυλογλύπτης τέμπλων, που έμεινε και ως επίθετο που συναντάται μέχρι σήμερα (Νιταδώρος-Νιταδωράκης). Οι νιταδώροι του μικρού χωριού Μέσα Λασίθι, που γειτνιάζει με την Ιερά Μονή Κρουσταλλένιας, της οποίας η ίδρυση τοποθετείται στη Β’ Βυζαντινή Περίοδο, δημιούργησαν μια άτυπη όσο και αξιόλογη σχολή ξυλογλυπτών.
Μια γενιά συγγενείς νιταδώροι οργάνωσαν εργαστήρια και δημιούργησαν ξεχωριστά ή σε συντεχνίες πάνω από 200 περίτεχνα τέμπλα, τα οποία κοσμούν μέχρι σήμερα ναούς και μοναστήρια στο Οροπέδιο Λασιθίου, τις επαρχίες Ιεράπετρας, Μιραμπέλου, Πεδιάδας και Βιάννου, αλλά και σε πολλά χωριά του Ρεθύμνου. Η τεχνική τους ήταν παρόμοια με αυτή του Αγίου Όρους και της Πάτμου, με κύριο χαρακτηριστικό το βαθύ σκάλισμα και τις εξαίσιες παραστάσεις από την πλούσια ορθόδοξη παράδοση.
Ο ιδρυτής και πρωτομάστορας της μεσαλασηθιώτικης σχολής των νιταδώρων θεωρείται ο Ιωάννης Εμμ. Χαλάτσης ή Χαλατσογιάννης (1820-1912), και ακολούθησαν οι Εμμανουήλ Γεωργ. Μακράκης (1835-1906), Παναγιώτης Γεωργ. Μακράκης (1840-1915), Ιωάννης Γεωργ. Μαυράκης (1842-1932), Ζαχαρίας Κων. Φαρσάρης ή Χαλατσοζαχάρης (1865-1946), αλλά και πολλοί άλλοι.

Μόχθος και υπομονή για τον πρωτομάστορα και τους βοηθούς

Η ξυλογλυπτική των τέμπλων ήταν μια περίπλοκη δουλειά που απαιτούσε πολύ μόχθο και κυρίως πολλή υπομονή. Ο πρωτομάστορας με τους βοηθούς έπρεπε να αναζητήσουν αρχικά τα κατάλληλα ξύλα από ευθυτενείς κορμούς κυπαρισσιών, τους οποίους έκοβαν το Γενάρη στη λίγωση του φεγγαριού. Ακολουθούσαν η αποφλοίωση – “ξεχόντρισμα” – με τα σκεπάρνια, η αποξήρανση σε στεγασμένο χώρο, το σκίσιμο και ο τεμαχισμός με πριόνια. Έπειτα πότιζαν τα ξύλα με ελαιόλαδο ή λινέλαιο και τα πλάνιαραν με τη ρουκάνα.
Για τα λυπηρά του Τέμπλου – τις εικόνες που είναι εκατέρωθεν του σταυρού – αναζητούσαν ξύλο από “φοινίκι” (κέδρο του Λιβάνου). Μια άλλη βασική εργασία ήταν ο σχεδιασμός των ανθιβολίων, η αρχική αποτύπωση των παραστάσεων του τέμπλου στις στάμπες, όπως τις έλεγαν, με θέματα από τη βυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση και από το φυτικό και ζωικό βασίλειο.
Ο νιταδώρος άπλωνε τη στάμπα, που ήταν διάτρητη πάνω στις γραμμές, στο πλανισμένο ξύλο, και περνούσε από πάνω ένα τουλουπάνι γεμάτο με καρβουνόσκονη, η οποία περνούσε από τις τρυπίτσες και σχηματιζόταν η παράσταση. Σήκωνε έπειτα τη στάμπα, ζωήρευε τις γραμμές με ένα μολύβι και άρχιζε το σκάλισμα, που απαιτούσε μεγάλες ικανότητες, για να μετατρέψει το άμορφο ξύλο σε ένα εξαίσιο λεπτούργημα.
Το σκάλισμα του τέμπλου διαρκούσε μήνες, ακόμη και χρόνια, ανάλογα με τη δημιουργική φαντασία και την υπομονή του νιταδώρου. Ωστόσο, οι ξυλογλύπτες του Μέσα Λασιθίου απέφευγαν να γράφουν τα ονόματά τους πάνω στα περίτεχνα τέμπλα που δημιουργούσαν από ταπεινοφροσύνη, αλλά και επειδή θεωρούσαν ότι αυτό ήταν αμάρτημα. Γι’ αυτό και η ταυτοποίηση των τέμπλων δεν ήταν πάντοτε εφικτή. Έτσι, για ορισμένα από αυτά αντλήθηκαν πληροφορίες για τους δημιουργούς τους από τα συμβόλαια που υπέγραφαν για την κατασκευή τους.
Σε άλλες περιπτώσεις το όνομα του ξυλογλύπτη βρέθηκε γραμμένο σε τοίχο της εκκλησίας, όπως στον Άγιο Αντώνιο της Καλαμαύκας, τα τέμπλα του οποίου είχαν φιλοτεχνήσει τα αδέρφια Παναγιώτης και Ιωάννης Μακράκης.
Με τα χρόνια και την εξέλιξη της τεχνολογίας οι παραδοσιακοί νιταδώροι παραμερίστηκαν. Στην τέχνη τους εισέβαλλε ο παντογράφος και οι κατασκευές των τέμπλων με μάρμαρο ή γύψο. Οι ίδιοι, όσοι απέμειναν, για να επιβιώσουν άρχισαν να κατασκευάζουν έπιπλα και άλλα αντικείμενα οικιακής χρήσης. Η γενιά όμως εκείνων των επώνυμων ή ανώνυμων νιταδώρων άφησε ένα μοναδικό θησαυρό στα ιερά προσκυνήματα της Κρήτης.

Αναδημοσίευση από τη «Νέα Κρήτη«

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s