Παλαιόκαστρο, ο φρουρός μιας πρωτεύουσας

Το video από τοπικό τηλεοπτικό κανάλι για το Παλαιόκαστρο

Ακολουθεί κείμενο του Γιάννη Σταυρακάκη, Α.Ι.Α. με τίτλο «ΠΑΛΑΙΟΚΑΣΤΡΟ, ο φρουρός μιας πρωτεύουσας» το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Μεσόγειος» στις 21 Μάρτη 2001.

Στο μέσο περίπου της απόστασης ανάμεσα στον Αλμυρό και στο Μπουρουνι της Ροδιάς, όπου απλώνονται οι απότομες και βραχώδεις ακτές της οροσειράς Ροδιάς – Στρούμπουλα, βρίσκεται ένας μεγάλος ασβεστολιθικός όγκος, ο οποίος είναι εντελώς αποκομμένος από τα βουνά που βρίσκονται πίσω του. Φαντάζει σαν να έχει αποκοπεί και να έχει πέσει στη θάλασσα. Παρουσιάζει μεγάλη κλίση προς την θάλασσα, ακολουθώντας την απότομη κλίση όλης της οροσειράς. Ο τεράστιος βραχώδης όγκος εδράζεται στη δεξιά όχθη των εκβολών των χειμάρρων που κατεβαίνουν από τη Ροδιά και σχηματίζουν το μικρό όρμο «του Παλιοκάστρου».
Από την φύση του οχυρή θέση, ο βράχος είναι ουσιαστικά απρόσιτος από όλες του τις μεριές. Οι κάθετες σχεδόν κλιτύες του, επιβάλλουν την αναρρίχηση προκειμένου κάποιος να βρεθεί στο κεκλιμένο πλάτωμα της κορυφής. Ο τραπεζοειδής όγκος βρίσκεται σε ίση περίπου απόσταση από τους όρμους του ηρακλειώτικου κόλπου: την μακριά αμμώδη παραλία (Αμμουδάρα) που ορίζουν οι εκβολές των Αλμυρού και Γιόφυρου από την μια μεριά και του μικρού όρμου «του Φρασκιά» (κάτω από την στροφή που οδηγεί στην Λυγαριά) από την άλλη.
Η εξαιρετικά οχυρή θέση, η απόσταση της από τους τρεις όρμους (του Φρασκιά, του Παλιοκάστρου και της Αμμουδάρας), καθώς και η οπτική επαφή με τους νότιους κόλπους της Ντίας, καθιστούν τον βράχο ιδιαίτερα στρατηγικό σημείο για τον έλεγχο όλου του ηρακλειώτικου κόλπου. Η στρατηγική σημασία του Παλιόκαστρου αποτυπώνεται με την παρουσία του περίφημου βενετσιάνικου κάστρου. Αν και η προγενέστερη ιστορία του παραμένει θολή, θα πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι οι κάτοικοι της ηρακλειώτικης πεδιάδας καθώς και των μαλεβιζιώτικων βουνών που κοιτούν στον κόλπο, είναι δύσκολο να μην είχαν αισθανθεί την στρατηγική σημασία της θέσης, ιδίως σε εποχές της κρητικής ιστορίας όπου ο κόλπος του Ηρακλείου φιλοξενεί τα λιμάνια του πρωτεύοντος αστικού κέντρου του νησιού (προϊστορική και ιστορική Κνωσός, βυζαντινό Μεγάλον Κάστρον, αραβικός Al Khandaq, βενετσιάνικη Candia, οθωμανική Kandiye).
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο περιβάλλον χώρος του Παλιοκάστρου. Οι χείμαρροι πουξεκινούν από τις κορφές και τις πηγές των βουνών της Ροδιάς, έχουν διαβρώσει με τέτοιο τρόπο την περιοχή πίσω από τον βράχο, ώστε ο χώρος να παρουσιάζεται σαν ένα κοίλον θεάτρου. Σε αυτό το μορφολογικό χαρακτηριστικό του αναγλύφου ενδεχομένως στηρίχθηκε ο Αγγλος πλοίαρχος Spratt (1865), ώστε να τοποθετήσει την κρητική πόλη της βόρειας παραλίας του νησιού, την ονομαζόμενη Κύταιον (κύτος=κοίλον), η οποία αναφέρεται από τον Πλίνιο, τον Νόννο και τον Πτολεμαίο, σε αυτό το σημείο. Υπέθεσε μάλιστα ότι ο βράχος του Παλιοκάστρου υπήρξε η ακρόπολη της αρχαίας πόλης. Ωστόσο πολύ πιο πριν (1837) ο συμπατριώτης του Pashley είχε επίσης, και ίσως για πρώτη φορά τοποθετήσει το Κύταιον σε αυτή τη θέση, όχι λόγω του κοίλου αναγλύφου, αλλά επειδή ήταν πεπεισμένος ότι η ονομασία «Παλαιόκαστρο» παρέπεμπε πάντα σε αρχαίες πόλεις. Τοποθετούσε μάλιστα την ίδια την πόλη πάνω στον απότομο βράχο. Πριν από αυτόν οι βενετοί τοποθετούσαν την άγνωστη αρχαία πόλη σε διάφορες περιοχές της βόρειας ακτής από τον Χάνδακα μέχρι την… Σητεία! Πάντως πολλοί αρχαιολόγοι (Mariani, Faure, Πλάτων) πείθονται με τα επιχειρήματα των δύο πρωτοπόρων άγγλων. Είχε εκφρασθεί η άποψη ότι το αρχαίο τοπωνύμιο θα πρέπει να συσχετισθεί με το μυκηναϊκό τοπωνύμιο Kutato (από τη χετιτική λέξη kutta = τοίχος).
Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία το Κύταιον, ως «πόλις τειχιόεσσα» παρουσιάζεται άξιος πρόγονος του ιστορικού Παλαιού Κάστρου (Παλιοκάστρου).
Ο «μηχανικός των δημοσίων έργων» Φ. Μπασιλικάτα τοποθετεί στον βράχο την αρχαία πόλη Ελαία «Ελαία, ακρόπολη και ίχνη πάνω στον βράχο που εξέχει, κοντά στο λιμάνι των Φρασκιών»…
Η οικιστική συνέχεια της περιοχής με την παρουσία του σχετικά μεγάλου οικισμού της Ροδιάς (κάποτε εδώ, κάτω από τη Ροδιά, τοποθετούνταν και το εγκαταλελειμμένο βενετσιάνικο χωριό Cadinu), μαρτυρούν το κατάλληλο του περιβάλλοντος της περιοχής για τη διαβίωση του πληθυσμού, αλλά και την διαχρονική παρουσία του ανθρώπου σε αυτό το «κοίλον». Επιπλέον ο εκ φύσεως οχυρός βράχος προστατεύει τον όρμο με τον καλύτερο τρόπο, από οποιαδήποτε ανεπιθύμητη προσόρμιση πλοίων, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και καταφύγιο του πληθυσμού σε δύσκολες ώρες.
Ο Pashley αναφέρει ότι είναι ανώφελο να αναζητούμε τα ερείπια της αρχαίας πόλης εφόσον «η ύπαρξη του καλοχτισμένου ενετικού φρουρίου δικαιολογεί την εξαφάνιση των στοιχείων που θα υποδήλωναν τη θέση της αρχαίας πόλης». Σε έγγραφο που ανακάλυψε ο ίδιος παρατήρησε ότι οι βενετοί «ξανάχτισαν» το φρούριο σε αυτή τη θέση που λεγόταν και τότε Παλιόκαστρο. Γνωρίζουμε σήμερα ότι όντως υπήρχε και πριν φρούριο εκεί, μόνο που δεν ήταν βενετσιάνικο αλλά μάλλον γενοβέζικο.
Φαίνεται ότι μετά την αγορά του νησιού το 1204 («Εκχώρηση της Κρήτης»., συνθήκη ανάμεσα στους Βενετούς και στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό), οι Βενετοί δεν ενδιαφέρθηκαν για την κατάκτηση του νησιού, επαναπαυόμενοι στους ευνοϊκούς γι αυτούς πολιτικούς συσχετισμούς της εποχής. Η αντίπαλη ωστόσο Γένουα δεν έχασε την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί την απουσία των βενετικών όπλων στο νησί. Αφού παρουσιάστηκαν ως έμποροι, οι Γενοβέζοι καταλαμβάνουν χωρίς μεγάλη δυσκολία το νησί με αρχηγό τους τον Enrico Pescatore. Το πρώτο ουσιαστικά μέλημα του Πεσκατόρε ήταν να οχυρώσει το νησί. Ανάμεσα στα 14 φρούρια που έκτισε σε μηδαμινό χρόνο, το Παλιόκαστρο θα πρέπει να είχε ιδιαίτερη σημασία εφόσον προστάτευε τον κόλπο όπου βρισκόταν η πρωτεύουσα.
Η σπουδαιότητα που απέδιδε στο κάστρο αυτό ο Πεσκατόρε, φαίνεται από το γεγονός ότι σε αυτό εκτυλίχθηκαν σημαντικότατες πράξεις του πολέμου με τους Βένετους, όταν προσπάθησαν να επανακτήσουν την ακριβή τους αγορά. Εδώ αιχμαλώτισε τον γιο του Δόγη Dandolo, ο οποίος υπηρετούσε ως αρχιστράτηγος των Βενετών. Μέσα σε αυτό το κάστρο άφησε την τελευταία του πνοή (πέθανε από εκούσια ασιτία). Αλλά και μετά την συνθηκολόγηση παράδοσης του νησιού στους Βενετούς, ο Πεσκατόρε κρατάει μόνο αυτό το κάστρο, και από δω θα εγκαταλείψει το νησί για πάντα. Πολλά στοιχεία της τοιχοποιίας του ανώτερου επιπέδου προς την μεριά της εθνικής οδού, διαφέρουν ολοκληρωτικά από την αντίστοιχη επιμελημένη τοιχοποιία του βενετικού φρουρίου (κατώτερο επίπεδο, προς την θάλασσα). Ενδεχομένως τα τμήματα αυτά του τείχους να ανήκουν στο γενοβέζικο κάστρο.
Για την θαλασσοκράτειρα Βενετία το κάστρο έκτοτε έχασε τη σημασία που είχε: ο ηρακλειώτικος κόλπος μπορούσε να προστατευθεί από τα καράβια της. Γι αυτό και εγκαταλείφθηκε. Οσο όμως εξασθενούσε η δύναμη της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας στην ανατολική Μεσόγειο από την παρουσία των Οθωμανών, τόσο γινόταν επιτακτική η ανάγκη αναστήλωσής του.
Με την ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης των νέων τειχών του Χάνδακα, ήταν εμφανές ότι ο δυτικός προμαχώνας (του Αγίου Ανδρέα) δεν μπορούσε να αποτρέψει αποτελεσματικά την διείσδυση των πλοίων στον κόλπο του Φρασκιά. Μόνο ένα ισχυρό κάστρο στις βραχώδεις ακτές της Ροδιάς θα μπορούσε να προστατεύσει τους όρμους του κόλπου και να αποτρέψει την προσόρμιση εχθρικών πλοίων. Τότε θα παρθεί απόφαση όχι απλώς για αναστύλωση του φρουρίου, αλλά μάλλον για ανοικοδόμηση ενός νέου, πιο ισχυρού και πιο αποτελεσματικού φρουρίου, σύμφωνα με τα πρότυπα των νέων οχυρωματικών τεχνικών. Το σχέδιο εκπονήθηκε με τις οδηγίες του βενετού αρχιστρατήγου Latino Orsini, ο οποίος κατά την αρχιστρατηγία του είχε προωθήσει πολλές οχυρωματικές βελτιώσεις τόσο στα τείχη του Χάνδακα, όσο και σε άλλα φρούρια (Γραμπούσα κ.λπ)
Το νέο φρούριο του Παλιοκάστρου, εντάσσεται μέσα σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα ανοικοδόμησης και αποκατάστασης φρουρίων για την ενίσχυση της άμυνας των παράκτιων περιοχών του νησιού. Το νέο «Παλαιόκαστρο» χτίστηκε τα χρόνια 1573-95. Σύμφωνα με το νέο σχέδιο το φρούριο αποκτούσε τριγωνική μορφή, υπακούοντας τις ιδιαιτερότητες της χάραξης του βράχου. Παράλληλα το τείχος προς την θάλασσα ανυψώνεται σε μεγάλο βαθμό σε σχέση με τις άλλες πλευρές προκειμένου να «εξομαλυνθεί» η απότομη κλίση του βράχου. Παρά την προσπάθεια αυτή, κρίνεται σκόπιμο να δημιουργηθούν τρεις ανισόπεδες «πλατείες» (piazze) προκειμένου το φρούριο να αποκτήσει επίπεδους χώρους. Με αυτές τις δύο παρεμβάσεις αντιμετωπίστηκε ολοκληρωτικά η έντονη κλίση της επιφάνειας του φρουρίου.
Στο σχέδιο που ζωγράφισε ο Φ. Μπασιλικάτα γύρω στο 1630, αποδόθηκαν με αρκετή πιστότητα τα τρία επίπεδα του κάστρου μαζί με όλα τα κτίρια που κάλυπταν τις ανάγκες ενός τόσο σημαντικού φρουρίου. Η είσοδος ήταν από το νότο. Η πρόσβαση προς την είσοδο γινόταν με πολύ ψηλά σκαλοπάτια που είχαν χαραχθεί πάνω στον βράχο. Η καμαρωτή πύλη (2Χ5 μέτρα) οδηγούσε στην κατώτερη πλατεία, η οποία χωριζόταν διαγώνια σε δύο τμήματα από μια σειρά μικρών δωματίων. Σε ένα από αυτά τα οξυκόρυφα δωμάτια, το οποίο διατηρήθηκε σε σχετικά καλή κατάσταση στεγάστηκε η σημερινή εκκλησούλα του Παλιοκάστρου. Στο βόρειο τμήμα του κατώτερου επιπέδου (στη βόρεια πλευρά) χτίστηκε ευρύχωρο κτίριο με συμπαγείς και ισχυρούς τοίχους. Προφανώς ήταν οι αποθήκες των πυρομαχικών, αν και είναι πολύ δύσκολο να πιστέψουμε ότι θα τοποθετούσαν τις πυριτιδαποθήκες στην βόρειο-ανατολική γωνία του φρουρίου, δηλαδή στο πιο ευπρόσβλητο σημείο για τα εχθρικά πλοία που εισέδυαν στον κόλπο του Φρασκιά. Σε επαφή με αυτό το κτίριο (ΒΔ του τμήματος της κατώτερης πλατείας) χτίστηκε η υδατοδεξαμενή με την πυραμοειδή βάση, η οποία χρησίμευε επίσης και ως ανάλημμα για τη στήριξη του ανώτερου (μεσαίου) επιπέδου. Διάφορα δωμάτια υπήρχαν και τον νότιο τοίχο της κατώτερης πλατείας, ενώ στην πλευρά προς τη θάλασσα (ανατολική) ανοίγονταν οι πηνιόσχημες επάλξεις του.
Μια λίθινη σκάλα που βρισκόταν στη νότιο-δυτική γωνία της κάτω πλατείας, αμέσως μετά το τέλος της στοάς της εισόδου του φρουρίου, οδηγούσε στο δεύτερο επίπεδο (μέση πλατεία). Στο σχέδιο του Μπασιλικάτα είναι εμφανές ότι σε αυτό το επίπεδο χτίστηκε μια σειρά δωματίων που ενδεχομένως χρησιμοποιούνταν σαν στρατώνες. Το σχέδιο δίνει την αίσθηση ότι το επίπεδο αυτό είχε κλίση από τα βόρεια προς τα νότια. Πιθανώς η κλίση της μεσαίας πλατείας λειτουργούσε ως «γέφυρα» ανάμεσα στο κάτω και στο άνω επίπεδο. Το διαφορετικό μέγεθος των δωματίων μπορεί να ερμηνευτεί με δύο τρόπους: ή το συμβατικό σχέδιο προσπαθεί να τονίσει το κεκλιμένο επίπεδο που είχαν χτιστεί τα ισομεγέθη δωμάτια, ή το μέγεθος αυτών των δωματίων αύξανε όσο προχωράμε προς τα βόρεια. Το μονοπάτι πίσω από τους «στρατώνες» του μεσαίου επιπέδου οδηγούσε στην εκκλησούλα του φρουρίου η οποία βρισκόταν στη βορειο-ανατολική γωνία του ανωτέρου επιπέδου. Στο υψηλότερο σημείο του βράχου (ανατολικά του φρουρίου) βρισκόταν η μια (ίσως η σημαντικότερη) κυκλική σκοπιά. Η δεύτερη βρισκόταν στην ΒΑ γωνία του κατώτερου επιπέδου. Τα τείχη του φρουρίου ήταν κεκλιμένα προς τα μέσα, υπακούοντας στις επιταγές της νέας οχυρωματικής τέχνης της εποχής. Η τοιχοποιία ακόμη και σήμερα εντυπωσιάζει για την επιμέλεια της στο χτίσιμο των γωνιών του κατώτερου επιπέδου καθώς και των «διπλώσεων» της ανατολικής και της νότιας πλευράς (πλευρά όπου και η είσοδος). Σε πολλά σημεία της περιμέτρου του κάτω επιπέδου διασώζεται το cordone («Είδος διαζώματος… σειρά λίθων που προεξείχαν από την υπόλοιπη επιφάνεια του τείχους, έχοντας ημικυκλικά διαμορφωμένη την ορατή επιφάνειά τους… (εκτός από μορφολογικό χαρακτηριστικό) χρησίμευε ακόμη για να εμποδίζει τους εχθρούς να τοποθετούν σκάλες στο τείχος όταν ήθελαν να αναρριχηθούν πάνω σε αυτό». Τζομπανάκη Χ. 1996, Χάνδακας σ. 161). Στη ΒΑ γωνία βρίσκονται τα ανάγλυφα του φτερωτού λέοντα του Αγίου Μάρκου και των εμβλημάτων αξιωματούχων της εποχής. Η κατασκευή του φρουρίου φαίνεται ότι υπήρξε πολυδάπανη. Ο Σπανάκης αναφέρει (Κρήτη Α΄, σελ. 430) ότι «εκτός από τις αγγαρείες των ντόπιων που χρησιμοποιηθηκαν στο έργο, στοίχισε στο κεντρικό ταμείο της Βενετίας πολλές χιλιάδες υπέρπυρα».
Στην έκθεσή του ο Μπασιλικάτα καταγράφει τα πολεμοφόδια του φρουρίου 15 περίπου χρόνια πριν την απόβαση των Οθωμανών στο νησί: κανόνια διαφόρων διαμετρημάτων (κολουμπρίνες, σάγκροι, φαλκόνια) 7, και μπάλες (των αντίστοιχων όπλων) 592. Επιπλέον αναφέρει: «μπαρούτι λεπτό καλόγια μοσκέτα και αρκομπούζια 273, και μπαρούτι χοντρό καλό για το πυροβολικό 3438».
Στην ίδια έκθεση και στο χωρίο της περιγραφής του κάστρου, ο Μπασιλικάτα μας αποκαλύπτει την βασική στρατιωτική λειτουργία του φρουρίου: «η βολή των πυροβόλων που φτάνει μέχρι τον Αλμυρό το ακρωτήρι της παραλίας του Γιόφυρο και διασταυρώνεται επίσης με την βολή των κανονιών της πόλης του Χάνδακα, παρόλο που είναι μακριά. Το φρούριο αυτό είναι ικανό, με μέτρια δράση, να ανταπεξέλθει σε κάθε ενδεχόμενη επίθεση και να προστατέψει αποτελεσματικά πλοία, πουθα μετέφεραν βοήθεια, γιατί εκεί υπάρχει καλό αγκυοροβόλιο» (Ορμος Παλιοκάστρου) (Σπανάκης Σ., 1969, Μνημεία της Κρητικής Ιστορίας, τ. V., σελ. 110).
Είναι εμφανές ότι το φρούριο ουσιαστικά λειτουργούσε ως μια προέκταση των οχυρώσεων της πόλης του Χάνδακα, για τον έλεγχο του κόλπου των Φρασκιών αλλά και ολόκληρου του ηρακλειώτικου κόλπου.
Το φρούριο άντεξε μέχρι τα τελευταία χρόνια της πολιορκίας του Χάνδακα. Η περιπετειώδης άλωσή του από τους Οθωμανούς περιγράφεται πολύ παραστατικά από τον Μπουνιαλή (Μ. Τζάνε – Μπουνιαλή, Ο Κρητικός Πόλεμος (1645 – 1669), επιμ. Σ. Αλεξίου, Μ.Αποσκίτη, 1995, σελ. 295-7). Μπορούμε να φανταστούμε ότι κατά καιρούς θα έγιναν διάφορες προσπάθειες από τους Οθωμανούς για να πλήξουν το φρούριο τόσο από τη θάλασσα όσο και από τα βουνά της Ροδιάς.
Η συμπεριφορά τους για την κατάληψη του φρουρίου όπως την περιγράφει ο Μπουνιαλής, αποτελεί ένα ακόμη τεκμήριο του στρατιωτικού ρόλου που είχε το φρούριο στην περιοχή.
Οι Τούρκοι συνειδητοποιούν ότι χωρίς την πτώση του Παλιοκάστρου δεν θα ήταν ποτέ ασφαλείς μέσα στον κόλπο του Ηρακλείου. Επιπλέον ο παράλιος εξοπλισμός της πόλης του Χάντακα, «διασταυρώνεται» όπως αναφέρει ο Μπασιλικάτα με τα πυρά του Παλιόκαστρου με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζει οποιαδήποτε προσέγγιση στη μεγάλη παραλία του Γιόφυρου (Αμμουδάρα). Γι αυτό το λόγο οι Τούρκοι μόλις εισέρχονται στον κόλπο πλήττουν ταυτόχρονα και τα δύο σημεία:
Δαμάκια εξεχωρίσανε και προς την χώρα μπαίνου,
εις τ’ Αγιου Πέτρου το τειχιό λουμπάρδες αμολέρνου
και τ’ άλλα στο Παλιόκαστρο επήγα και βαστούσι
σκάλες, για να τσι βάλουσι και απάνω ν’ ανεβούσι.

Το Φρούριο περικυκλώθηκε από στεριά και θάλασσα, ενώ τα καράβια των Βενετών βρίσκονταν στη θάλασσα των Χανίων. Ο Μπουνιαλής αναφέρει ότι το κάστρο είχε εγκαταλειφθεί εγκαίρως από τους «προεστούς» και έτσι αυτοί που παραδόθηκαν στα χέρια των Οθωμανών ήταν οι δυτικοευρωπαίοι μισθοφόροι του, οι «Φράγκοι». Η παράδοση του Παλιόκαστρου ενθουσίασε τους Οθωμανούς, οι οποίοι μετά από αυτό το συμβάν πίστεψαν πραγματικά ότι ήρθε και η ώρα του Χάνδακα.

Εκάμασι πολλές χαρές εις τα παβιόνια πάνω
πως είναι το Παλιόκαστρο τούρκικο, στου Οτομάνο
τα χέρια, δεν έχουσι φόβο από κει να πηαίνου,
οι Φράγκοι να τους πιάνουσι, στο Κάστρο να τους φέρνου.

Το φρούριο θα πρέπει να υπέστη καταστροφές από τους Τούρκους, αν και παραδόθηκε, φοβούμενοι μήπως ξαναχρησιμοποιηθεί από τους εχθρούς. Μετά και από την πτώση του Χάνδακα, το κάστρο εγκαταλείφθηκε οριστικά. Σε διάφορα έγγραφα του Οθωμανικού Ιεροδικείου της Kandiye, όπου αναφέρονται στο χωριό και στην περιοχή της Ροδιάς, βρίσκουμε τοπωνύμια όπως «Μεγάλος Βράχος» και «Guvercinlik Kulesine» (Πύργος των περιστεριών), τα οποία ενδεχομένως να ταυτίζονται με το Παλιόκαστρο.
Το φρούριο μελετήθηκε για πρώτη φορά από τον G. Gerola, ο οποίος το φωτογράφησε και το σχεδίασε στις αρχές του 20ου αιώνα.
Η απομόνωση του βράχου πάνω στον οποίο βρίσκεται το κάστρο, από τον περιβάλλοντα χώρο, απέβη σωτήρια για το μνημείο, το οποίο παρέμεινε σιωπηλός θεατής σε επεμβάσεις που αλλοίωσαν ολοκληρωτικά, κάποτε και προκλητικά, το ιστορικό «σκηνικό» του (διάνοιξη εθνικής οδού, γέφυρα Παλιοκάστρου, ανάπτυξη παράλιου οικισμού στον όρμο). Σήμερα πολλοί είναι αυτοί που αναρριχώνται στα απότομα και κοφτερά βράχια της βορειοανατολικής γωνίας του κάστρου για να επιδοθούν σε θεαματικές καταδύσεις προς επίδειξη και τέρψη των λουομένων της παραλίας του όρμου, λίγοι όμως παραμένουν αυτοί που είτε ως καταδυόμενοι, είτε ως απλώς λουόμενοι αναζητούν να γνωρίσουν το μυστήριο του «άσπρου τειχιού» που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους.
Μετά την παραπάνω ιστορική αναδρομή, αναρωτιόμαστε ποια θα είναι η τύχη του Παλαιόκαστρου από δω και πέρα…Γνωρίζουμε ότι έγιναν πρόσφατα με τη χρηματική υποστήριξη του Δήμου Γαζίου, ανασκαφικές εργασίες και καθαρισμός των χώρων (τουλάχιστον των δύο επιπέδων) από φυτά και μικροθάμνους. Τι άλλο θα γίνει; Γιατί θα γίνει; Ποιοι θα το κάνουν; Πότε; Πως;
Θα μπορέσουν οι Ηρακλειώτες να ανακαλύψουν το μυστήριο του «άσπρου τειχιού» και ως ερωτευμενοι με τη δύναμη της ψυχής τους ν’ απολαύσουν ένα βράδυ, την πανσέληνο, αγκαλιασμένοι… με την ιστορία τους;;;…

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s