Απόκριες

Του Νίκου Ψιλάκη (Πηγή Ιστορικό Μουσείο Κρήτης)

ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣΩΠA

Ένα λειτουργικό βιβλίο της ορθόδοξης εκκλησίας, το Τριώδιον, έχει γίνει σχεδόν συνώνυμο με την πιο τολμηρή περίοδο της ελληνικής παραδοσιακής ζωής. Το «άνοιγμα του Τριωδίου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από την έναρξη της περιόδου προετοιμασίας για την Ανάσταση. Ωστόσο, το άνοιγμα του Τριωδίου σημαίνει αυτομάτως και την αρχή μιας όχι και τόσο σύντομης εποχής ευωχίας, ελευθερίας και, κυρίως, ελευθεριότητας. Παράλληλα, όμως, σηματοδοτεί και μια περίοδο ανατροπής και αμφισβήτησης. Κάθε είδους και μορφής εξουσία, η πολιτική, η κοινωνική και η εκκλησιαστική, αμφισβητούνται και διακωμωδούνται Την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου το σκηνικό σε όλη την Ελλάδα αλλάζει, αν και σήμερα κυριαρχούν παντού οι Απόκριες αστικού τύπου, συνήθως αποκομμένες από την παραδοσιακή μορφή τους και αποστεωμένες από τους όποιους τελετουργικούς απόηχους που θα μπορούσαν να εκφράσουν το πολυσήμαντο μήνυμα της ελληνικής Αποκριάς.

Η αποκριάτικη ευωχία αποτελούσε πάντα μια ξεχωριστή παρένθεση στη δύσκολη ζωή των αγροτοποιμενικών πληθυσμών. Παράλληλα, όμως, ήταν και μια ευκαιρία επιβεβαίωσης δεσμών και τόνωσης της κοινωνικής συνοχής. Στα χωριά της Κρήτης μέχρι και πριν από μερικές δεκαετίες ο εορτασμός της Αποκριάς γινόταν σε τρία διαφορετικά επίπεδα, στις τρεις κυρίαρχες μορφές κοινωνικής οργάνωσης: Στην οικογένεια, στο ευρύτερο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον (που σε πολλές περιπτώσεις αντιστοιχούσε στη γειτονιά) και στην ευρύτερη κοινωνική ομάδα, δηλαδή σε όλο το χωριό. Στο σχήμα αυτό αντιστοιχούσαν οι διαφορετικής μορφής αποκριάτικες συνάξεις. Στο πρώτο επίπεδο, οι οικογενειακές συγκεντρώσεις και τα κοινά δείπνα όλων των ημερών πριν από την παραμονή ή την Κυριακή της Τυρινής. Στο δεύτερο, το τραπέζι της Τυρινής όπου μαζευόταν μια μεγαλύτερη ομάδα. Και στο τρίτο, η καθαροδευτεριάτικη συγκέντρωση όλης της κοινότητας. Η έξοδος στο δημόσιο χώρο επικυρώνει το τέλος της αποκριάτικης ευωχίας και γίνεται συνήθως την Καθαρή Δευτέρα.

Οι μασκαράδες (ή κουκόγεροι της δυτικής Κρήτης και ειδικότερα κουκούγεροι σε χωριά των Σφακίων) αντλούσαν τις μεταμφιέσεις τους από οικεία θέματα του καθημερινού βίου αλλά, και από (επίσης, οικείες) παραδόσεις που άγγιζαν τα όρια του εξωπραγματικού. Για παράδειγμα, μπορούσε κάποιος να μεταμφιεστεί καταχανάς, ανασκελάς, γελλού, διάολος, αφανταξά, ανεράιδα, να ενσαρκώσει δηλαδή τα υπερφυσικά δημιουργήματα των τοπικών παραδόσεων, μορφές φανταστικές και τρομακτικές, πολλές από τις οποίες έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα. Οι ζωόμορφες μεταμφιέσεις ήταν μέχρι και τις πιο πρόσφατες εποχές αγαπημένο θέμα των αποκριάτικων μεταμφιέσεων: «Ενδύονται προς τούτοις ζώων δέρματα, προσθέτουσι κέρατα εις τας κεφαλάς αυτών, παριστάνοντες ζώα, βόας, ίππους κ.λπ.», σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παύλου Βλαστού. Παράλληλα, μπορούσαν να διακωμωδήσουν θέματα που ξέφευγαν από το πλαίσιο της κοινωνικής αποδοχής. Το παράταιρο ζευγάρι (αχαμνός άνδρας και εύσωμη γυναίκα) αποτελούσε πάντα προσφιλές θέμα των αποκριάτικων μεταμφιέσεων.

Τα δυαδικά σχήματα που εντόπισε και ανέλυσε ο Μιχαήλ Μπαχτίν στις καρναβαλικές εκδηλώσεις λειτουργούν με βάση τις παγκόσμιες σταθερές της ομοιότητας και της αντίθεσης. Ο παράταιρος γάμος, ένα από τα πιο συνηθισμένα θέματα της αγροτικής Αποκριάς στην Κρήτη, μας δίνει την ευκαιρία να κατανοήσουμε τη σάτιρα που λειτουργεί ως κοινωνική κριτική. Την ημέρα της Αποκριάς (Τυρινής) και την Καθαρά Δευτέρα τα σχήματα αυτά κυριαρχούν και επισφραγίζουν την αμφισβήτηση της παραδεδεγμένης τάξης: Ο συμβολικός θάνατος ακολουθείται από τη συμβολική ανάσταση, η καταστροφή και η δημιουργία βαδίζουν σε παράλληλους δρόμους.

ΖΩΑ ΚΑΙ ΖΩΟΜΟΡΦΙΚΕΣ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ

Αν και συντρόφευσε για αιώνες τους αγροτικούς πληθυσμούς στο δύσκολο αγώνα της επιβίωσης, ο γάιδαρος είναι το πιο παρεξηγημένο ζώο της λαϊκής μας παράδοσης. Γι’ αυτό το λόγο ίσως το υπομονετικό και ανθεκτικό τετράποδο συμμετέχει πολύ συχνά στην αποκριάτικη «ανατροπή». Άλλοτε του φορούν γυαλιά, άλλοτε πανταλόνια και γραβάτα και άλλοτε χρησιμοποιούν το σαμάρι του ως. πανωφόρι ανθρώπων.

Οι ζωομορφικές μεταμφιέσεις δεν απολείπουν από το αποκριάτικο σκηνικό του αγροτικού χώρου. Η μίμηση των «αρκουδιάρηδων», συνήθως τσιγγάνων που ασκούσαν αυτό το επάγγελμα περιοδεύοντας στο βαλκανικό χώρο και προσφέροντας «θέαμα», αποτελεί προσφιλές θέμα των μεταμφιέσεων σε όλη την Ελλάδα και τις γειτονικές χώρες. Στην Κρήτη συνηθιζόταν η εμφάνιση των αρκουδιάρηδων με μαϊμουνιέρηδες και γανωτζήδες (επικασιτερωτές), δηλαδή τα επαγγέλματα που συνήθως ασκούσαν περιοδεύοντες νομαδικοί πληθυσμοί (γύφτοι).

ΛΕΡΑΔΕΣ: Ο ΑΠΟΤΡΟΠΑΪΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΚΟΥΔΟΥΝΙΩΝ

Αποτροπαϊκό σύμβολο, με ήχο που γίνεται άλλοτε ρυθμικός και άλλοτε θορυβώδης, το κουδούνι διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στα αποκριάτικα δρώμενα. Οι κουδουνάδες ή λεράδες απαντώνται σε όλη σχεδόν την Κρήτη και αποτελούν μια από τις πιο συνηθισμένες μεταμφιέσεις των κατοίκων ορεινών περιοχών του νησιού. Πρόκειται για ομάδες μασκαράδων που ντύνονται με δέρματα ζώων και φορούν κουδούνια τα οποία χτυπούν συνήθως ρυθμικά, στους σκοπούς των αποκριάτικων χορών. Τα κουδούνια αποτελούν σύμβολα ιεράρχησης των μελών του αποκριάτικου θιάσου, καθώς ο επικεφαλής κάθε ομάδας (ονομάζεται και Αράπης) φορά περισσότερα κουδούνια από τους υπόλοιπους.

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΜΑΣΚΑ ΑΠΟ ΑΓΑΥΗ (ΑΘΑΝΑΤΟ)

Μάσκα από αγαύη (αθάνατο). Συνηθίζεται στο χωριό Σίβας της επαρχίας Πυργιωτίσσης αλλά, σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν γνωστή με διαφορετικές παραλλαγές (με φλοιό δέντρων, ξύλα κ.α.) και στα γειτονικά χωριά. Μοναδική στον ελληνικό χώρο – μάλλον και στον ευρωπαϊκό – κατασκευάζεται με μια ιδιαίτερη τεχνική. Αδειάζουν τη βαρελοειδή ρίζα του φυτού, βάζουν μαλλιά ή δέρματα προβάτων και προσαρμόζουν στην κορυφή μεγάλα κέρατα. Η προσαρμογή της μάσκας στο ανθρώπινο κεφάλι δημιουργεί ένα τερατοειδές εξωπραγματικό σχήμα, προσδίδει ύψος σ’ αυτόν που τη φορά, ενώ τα κέρατα παραπέμπουν σε ζωομορφικές μεταμφιέσεις. Συνήθως οι μεταμφιεσμένοι εμφανίζονται κατά ομίλους.

Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ

Η ελευθεριότητα, χαρακτηριστικό γνώρισμα της αποκριάτικης ανατροπής, εκδηλώνεται με «σκώμματα», πρακτικές ελευθεροστομίας και σύμβολα τα οποία συμπληρώνουν τις εθιμικές μεταμφιέσεις. Το «υπονοούμενο» υποχωρεί και εξαφανίζεται δίνοντας τη θέση του σε μια διαφορετική αντίληψη που επιτρέπει ακραίες εκφράσεις και συμπεριφορές. Ένα μεγάλο ξύλο μπορεί να λειτουργήσει ως προέκταση του επίμαχου μέλους και ένα φλασκί («τσούκος») μπορεί να μεταφέρει διαφορετικούς συμβολισμούς. Τα αποκριάτικα σύμβολα φανερώνουν καθαρά το γονιμικό υπόστρωμα των λαϊκών τελετουργιών που συμπίπτουν με μια κρίσιμη περίοδο για την έκβαση της αγροτικής παραγωγής, λίγο πριν από το θρίαμβο της Άνοιξης.

Η ΚΑΜΗΛΑ

Μια από τις πιο παλιές αποκριάτικες μεταμφιέσεις, διαδεδομένη μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Ένα κρανίο από γάιδαρο ή μουλάρι που με μηχανικό τρόπο ανοιγοκλείνει το στόμα του και ένα παλιό ύφασμα (συνήθως σεντόνι) αρκούν για να δημιουργήσουν ένα τερατοειδές σχήμα. Συνήθως η καμήλα, όπως ονομαζόταν στις περισσότερες περιοχές, βγαίνει σε μια καθιερωμένη ετήσια παρέλαση όχι μόνο στον αγροτικό χώρο αλλά και στις πόλεις. Με ειδικούς χειρισμούς το κρανίο στρέφεται εναντίον των θεατών, η κάτω σιαγόνα που ανοιγοκλείνει μπορεί να «δαγκώσει» κάποιο χέρι ή να «αρπάξει» κάποιο μαντήλι δημιουργώντας πανδαιμόνιο.

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ: Η ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΑΣΕΜΝΟΥ»

Η μεγάλη ρυθμική ένταση και η παραβίαση των επαναληπτικών κινήσεων αποτελούν βασικό γνώρισμα των κυριότερων αποκριάτικων χορών της Κρήτης. Με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε προγενέστερους πολιτισμούς διατηρώντας βασικά στοιχεία των προ-θεατρικών δρωμένων, οι χοροί της Αποκριάς αποτελούν μνημεία της λαϊκής δημιουργίας, όπως προσαρμόστηκαν στις ειδικές συνθήκες της κάθε εποχής. Αν και στις ονομασίες των χορών αυτών διακρίνεται συχνά το σκωπτικό στοιχείο (αράπικος, κόρακας, αρκουδιάρικος, παπά – Χατζή μύλος, ζερβόδεξος), στο τελετουργικό υπόβαθρό τους ενυπάρχει η προσπάθεια υποβοήθησης της γονιμότητας της γης. Ο κόρακας, χορός της νοτιοκεντρικής Κρήτης, επιβάλλει την παραβίαση της τυποποιημένης επαναληπτικής κίνησης για να καταλήξει στην κυριαρχία του άσεμνου. Στον αρκουδιάρικο της Γέργερης οι χορευτές είναι πάντα μεταμφιεσμένοι, φορούν δέρματα ζώων και κουδούνια, και η ακριβής επανάληψη των ρυθμικών κινήσεων επιβάλλεται από την τυπολογία του: Όλοι οι χορευτές είναι δεμένοι με το ίδιο σκοινί.

ΕΙΚΟΝΙΚΟΣ – ΠΑΡΩΔΙΑΚΟΣ ΓΑΜΟΣ

Οι εικονικοί – παρωδιακοί γάμοι απαντώνται σε πολλές ελληνικές περιοχές. Στην Κρήτη τους συναντούμε είτε ως αποκριάτικα είτε ως καθαροδευτεριάτικα δρώμενα με διαφορετική τυπολογία και πολλές τοπικές διαφοροποιήσεις. Συνήθως κυριαρχούν τα διπολικά σχήματα: νέος άνδρας – γριά γυναίκα, μικροκαμωμένος άνδρας – μεγαλόσωμη γυναίκα και έχουν ως στόχο την πρόκληση γέλιου, αλλά και τη δημιουργία κοινωνικών προτύπων. Συχνά το δρώμενο καυτηριάζει αταίριαστους γάμους που έχουν γίνει στην κοινότητα (μεγάλη γυναίκα – μικρός άνδρας κ.α.)

Η ευλόγηση του ανδρογύνου γίνεται με την καθιερωμένη τάξη, με εικονικό παπά και κουμπάρο, με ανθοδέσμη από τσουκνίδες και γαϊδουράγκαθα και ευχές για καλούς απογόνους. Και αυτές οι τελετουργίες μεταφέρουν τον άνθρωπο του σήμερα στο αρχαίο τυπικό που έχει ως βάση του την υποβοήθηση της γονιμότητας της γης, των ζώων και των ανθρώπων.

Η παρωδιακή «γέννηση», όπως και η βάπτιση, «τελούνται» συνήθως ως συνέχεια του αποκριάτικου γάμου.

ΕΙΚΟΝΙΚΕΣ ΑΡΟΤΡΙΩΣΕΙΣ

Γιορτή με αγροτική προέλευση, η Αποκριά συναιρεί την προσπάθεια του ανθρώπου να επηρεάσει τη φύση με τη γενικότερη αντίληψη περί ανακύκλωσης κάθε μορφής ζωής. Καθώς η αγωνία των αγροτικών πληθυσμών για το θαμμένο στη γη σπόρο και την έκβαση της καλλιέργειας δημητριακών καρπών κορυφώνεται, τα αποκριάτικα δρώμενα επανέρχονται στις αρχέγονες μνήμες. Τελετουργίες γονιμότητας κάτω από ένα παρωδιακό περίβλημα. Στη θέση των ζώων, που χρησιμοποιήθηκαν μέχρι το τρίτο τέταρτο του 20ου αιώνα για το όργωμα της γης, βρίσκονται δυο άνθρωποι «μεταμφιεσμένοι» σε βόδια ή μουλάρια. Η σκηνή συμπληρώνεται από το ζευγά και το σπορέα. Μόνο που ο τελευταίος, αντί για δημητριακούς καρπούς, σκορπά χώμα, πέτρες και στάχτη. Συνήθως η εικονική αροτρίωση δεν περιορίζεται σε κάποια χωράφια ή σώχωρα, αλλά προχωρεί στους δρόμους του χωριού, σε καφενεία και σε σπίτια.

ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΗ: Η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ «ΕΥΤΕΛΟΥΣ»

Οι μάσκες του αγροτοκτηνοτροφικού χώρου είναι κατά κανόνα αυτοσχέδιες και γίνονται από πρόχειρα ή ευτελή υλικά. Παλιά ρούχα, κάλτσες, χαρτιά, δέρματα ζώων και υφάσματα αραιής ύφανσης χρησιμοποιούνται κατά κόρον προκειμένου να αποκρύψουν ή να αλλοιώσουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Από τα δέρματα προτιμώνται εκείνα που δεν έχουν αξία και δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε άλλες χρήσεις, όπως είναι η κουνελοπροβιά και η λαγουδοπροβιά. Άλλες μάσκες, όπως αυτές που κατασκευάζονταν με «ράπες» (στάχια), καλάμια και λεπτές βέργες εξαφανίστηκαν πριν από το 1940.

Οι ελαστικές γυναικείες κάλτσες που δένονται σφιχτά στο πρόσωπο και το παραμορφώνουν αποδεικνύουν την προσαρμογή της παράδοσης στις τεχνολογικές εξελίξεις. Αν και είδος που εμφανίστηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διαδόθηκε γρήγορα σε όλο το νησί ως υλικό που δημιουργεί κωμικές μεταμφιέσεις.

Ο ΝΑΝΟΣ ΤΩΝ ΑΣΙΤΩΝ

Αποκριάτικη μεταμφίεση από τις Άνω Ασίτες Ηρακλείου προσαρμοσμένη στη λογική του αλλόκοτου και του εξωπραγματικού, δηλαδή την κυρίαρχη τάση της αγροτικής Αποκριάς. Η τοποθέτηση ράβδου στη μέση του μεταμφιεσμένου δημιουργεί την ψευδαίσθηση χεριών καλυμμένων με μεγάλο πουκάμισο και παραπέμπει στην εικόνα ενός ανθρώπου πολύ χαμηλού αναστήματος. Με την τεχνική αυτή ο θεατής νομίζει ότι οι ώμοι βρίσκονται εκεί που ευρίσκεται η μέση ενός φυσιολογικού ανθρώπου. Μια κνισάρα τοποθετείται πάνω από το κεφάλι και σκεπάζεται με σεντόνι ή άλλο ύφασμα σχηματίζοντας ένα υπερμέγεθες κεφάλι, ένα τερατόμορφο σχήμα, ενδεικτικό της αποκριάτικης ευρηματικότητας.

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ ΦΑΓΗΤΑ: ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ, ΚΡΕΑΣ ΜΕ ΜΠΑΜΙΕΣ, ΤΖΟΥΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΤΥΡΟΠΙΤΕΣ

Οι ονομασίες των δυο τελευταίων εβδομάδων της Αποκριάς, «κρετινή» και «τυρινή», αντικατοπτρίζουν τις πρακτικές κατανάλωσης τροφίμων που ισχύουν σε όλο τον ορθόδοξο χώρο. Το κρέας αποτελούσε από την αρχαιότητα κιόλας τροφή που καταναλωνόταν μόνο κατά τις μεγάλες εορτές και τις δημοτελείς θυσίες. Πιο συχνά το κατανάλωναν οι εύπορες τάξεις, ενώ επίσης συχνά λειτουργούσε ως «φαγητό κύρους» και κοινωνικού στάτους. Η αποκριάτικη περίοδος είναι η δεύτερη μέσα στο χειμώνα (μετά το Δωδεκάμερο) που ταυτίζεται με την κατανάλωση κρέατος. Στην Κρήτη μαγειρευόταν συνήθως με χόρτα ή λαχανικά, δηλαδή με τις τροφές που δεν έλειπαν ποτέ από το καθημερινό διαιτολόγιο των αγροτικών πληθυσμών. Σε πολλές περιοχές της κεντρικής Κρήτης είχε επικρατήσει, άγνωστο γιατί, η συνήθεια να μαγειρεύεται κρέας από οικόσιτα ζώα με αποξηραμένες μπάμιες.

Στη νοτιοκεντρική Κρήτη συνηθίζεται ένα τοπικό έδεσμα που με μια πρώτη ματιά φαίνεται ξένο προς τις γαστρονομικές παραδόσεις του νησιού. Η ξενική ονομασία του, τζουλαμάς, παραπέμπει σε προϊόν της λόγιας οθωμανικής κουζίνας. Ωστόσο, τα πράγματα φαίνεται να είναι διαφορετικά. Πρόκειται για ένα έδεσμα μεταξύ γλυκού και φαγητού, αφού περιέχει ρύζι, συκωτάκια, φιστίκια, σταφίδες, κλεισμένα σε δυο επάλληλα φύλλα, σύμφωνα με τη λογική των ανάλογων γλυκών του αρχαίου κόσμου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το κρητικό γάστριν, που αναφέρεται από τον Αθήναιο, ή τους κοπτοπλακούντες, που συνηθίζονταν στα βυζαντινά χρόνια. Ο τζουλαμάς αναπτύχθηκε σε μια περιοχή της κεντροδυτικής Μεσαράς, εκεί που από το 16ο αιώνα καλλιεργούνταν το ρύζι, σύμφωνα με ενετικές αρχειακές πηγές. Οι μαρτυρίες για ορυζώνες στον πλούσιο κάμπο φτάνουν μέχρι τη δεκαετία του 1950.

Ολόκληρη την «τυρινή» εβδομάδα συνηθιζόταν η κατανάλωση εδεσμάτων που περιέχουν γαλακτοκομικά και τυροκομικά προϊόντα. Οι πίτες με τυρί που συνηθίζονται στην Κρήτη αποτελούν ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο, ενδεικτικό της γαστρονομικής ποικιλότητας του νησιού: αγνόπιτες, σαρικόπιτες, πιτάκια, μυζηθρόπιτες, νεράτες, σφακιανόπιτες, καλιτσούνια (χανιώτικα) και τόσες άλλες. Στις αγροτικές κοινωνίες δεν υπάρχει κανένα σπιτικό που να μη μοσχομυρίζει φρεσκοψημένη ή φρεσκοτηγανισμένη μυζηθρόπιτα με γλυκιά ή ξινή μυζήθρα, κυρίως το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς.

Το πιο χαρακτηριστικό φαγητό της κρητικής Αποκριάς είναι τα μακαρόνια με ανθότυρο, παλαιότερα σκιουφιχτά, δηλαδή χειροποίητα, που η μόδα της «επιστροφής στις ρίζες» τα έφερε ακόμη και στα καταστήματα πώλησης παραδοσιακών προϊόντων, σε τυποποιημένη μορφή. Οι ονομασίες της Αποκριάς μακαρονού και λαζανού οφείλονται στις γαστρονομικές συνήθειες των ημερών. Η ερμηνεία του φαινομένου βρίσκεται πιθανότατα στην παρατήρηση του Φ. Κουκουλέ που συνδέει τα μακαρόνια με τους μάκαρες παραπέμποντας στο βυζαντινό λεξικογράφο Ησύχιο: «μακαρία: βρώμα εκ ζωμού και αλφίτων». Η νεοελληνική Αποκριά συμπίπτει χρονικά με την εποχή κατά την οποία γιορτάζονταν τα αρχαία Aνθεστήρια, εορτή με φαινομενικά αντιφατικό χαρακτήρα: οι δυο πρώτες μέρες της ήταν αφιερωμένες στην ευωχία και την οινοποσία και η τρίτη στον Ερμή ως συνοδό των ψυχών στον Άδη. Τα νεοελληνικά Ψυχοσάββατα επικυρώνουν την ενθύμηση των τεθνεώτων τους οποίους, σύμφωνα με μια ανθρωπολογική ερμηνεία, ενσαρκώνουν οι αποκριάτικες μεταμφιέσεις.

… ΚΑΙ ΗΡΘΕ Η ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ Μ’ ΕΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕ ΚΡΟΜΜΥΔΙΑ

Ένας μεταμφιεσμένος από τη Γέργερη μεταφέρει την εικόνα της Καθαροδευτέρας και της Σαρακοστής έχοντας κρεμάσει στο καπέλο του τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματά της: χοχλιούς και κρεμμύδια. Από το πρωί της Δευτέρας αρχίζει μια περίοδος επτά εβδομάδων κατά τις οποίες απαγορεύεται η κατανάλωση τροφίμων ζωικής προελεύσεως, ακόμη και ελαιολάδου, κατά τις Τετάρτες και τις Παρασκευές. Βρούβες, λαχανικά, ελιές, χοχλιοί και θαλασσινά αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά φαγητά της Καθαροδευτέρας και της Σαρακοστής που ακολουθεί.

Το τέλος της ευωχίας δηλώνεται ενδεικτικά με τις μαντινάδες που τραγουδούν οι μεταμφιεσμένοι της Καθαροδευτέρας:

Απόκαμεν η Αποκρά, η όμορφη κοπέλα
κι έφταξεν η Σαρακοστή η λαχανοσκουτέλα.

Εμίσεψεν η Αποκρά με λύρες και παιγνίδια
κι εμπήκεν η Σαρακοστή μ’ ελιές και με κρομμύδια.

ΚΑΘΑΡΟΔΕΥΤΕΡΙΑΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ

Οι μεταμφιέσεις της Καθαράς Δευτέρας είναι ακόμη πιο απλές από τις αποκριάτικες. Ο μεταμφιεσμένος δεν προσπαθεί να κρύψει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, αλλά να τα παραποιήσει χρησιμοποιώντας όχι κάποια μάσκα άλλά κάπνα από τα τηγάνια του αγροτικού νοικοκυριού. Τα προσωπεία παραμερίζονται και αναδεικνύεται ο «ρόλος» του μεταμφιεσμένου στα δρώμενα και στα παιγνίδια που συνηθίζονται ακόμη σε χωριά του Ρεθύμνου (π.χ. στο Μέρωνα) και αλλού. Στα δρώμενα αυτά αναδεικνύονται στοιχεία όπως το άσεμνο κι το ανίερο. Ανάμεσα στους «ρόλους» συγκαταλέγεται ακόμη κι εκείνος της Παναγίας, του Άη Γιώργη και άλλων ιερών προσώπων, υποδηλώνοντας την ολοκληρωτική ανατροπή που χαρακτηρίζει την πρώτη μέρα της Σαρακοστής.

ΚΑΔΗΣ, ΕΝΑΣ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Αν οι Απόκριες σηματοδοτούν κατά κανόνα την επικύρωση και την τόνωση των συγγενικών δεσμών με οικογενειακές συνεστιάσεις που αρχίζουν από την Τσικνοπέμπτη, η Καθαρή Δευτέρα σηματοδοτεί τη συνοχή της κοινότητας. Η έξοδος στο δημόσιο χώρο, στις πλατείες, στις εξοχές και τα αλώνια συνδυάζεται με ιδιότυπες μεταμφιέσεις και δρώμενα, ανάμεσα στα οποία σημαντική θέση κατέχει ο Καδής. Ξημερώνοντας Καθαρή Δευτέρα τα χωριά του ρεθεμνιώτικου νότου ζουν στο ρυθμό της πλήρους ανατροπής. Μέσα από διαδικασίες εθιμικού τύπου εκλέγεται ο άνθρωπος – σύμβολο της παρωδιακής εξουσίας. Ντύνεται με επιβλητικά ρούχα, συνήθως πολύχρωμα, και κρατά στο χέρι του μια σακούλα με στάχτη, έτοιμος να πασπαλίσει μ’ αυτήν όποιον συναντήσει. Ονομάζεται Καδής ή Καντής και είναι ο πλασματικός βασιλιάς, ο απόλυτος άρχων της καθαροδευτεριάτικης «ανατροπής», με εξουσίες που διαρκούν όσο διαρκεί η ανατροπή της τάξης. Τίτλος – δάνειο από την περσική, δηλώνει το δικαστή, τον κριτή. Ο Καδής στην Κρήτη μπορεί να επιβάλλει «πρόστιμα» και να τιμωρεί, μπορεί να ζητά δοσίματα για το γλέντι της αγροτικής κοινότητας, μπορεί να λέει ό,τι θέλει, όπως το θέλει. Η εξουσία του τελειώνει μόλις χτυπήσει η καμπάνα του εσπερινού. Το έθιμο απαντάται με παραλλαγές σε πολλά χωριά της Κρήτης, αλλά και σε περιοχές του Αιγαίου.

ΤΟ ΜΙΜΟΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΓΕΡΓΕΡΗΣ

Στο μιμόδραμα της Γέργερης, ο πλασματικός νεκρός είναι ξαπλωμένος σε ένα πρόχειρο φέρετρο, σκεπασμένος με πράσινα φύλλα, χορτάρια και κλαδιά – προμηνύματα της επερχόμενης Άνοιξης. Τον ακολουθούν οι «τεθλιμμένοι συγγενείς» με μοιρολόγια και σκώμματα. Μια περιφορά που θυμίζει έντονα την προϊστορία του έντεχνου δράματος, τις αγροτικές τελετουργίες που έλαβαν συγκεκριμένο σχήμα στο πέρασμα του χρόνου. Στο τέλος ο εικονικός νεκρός ανασταίνεται. Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί η συναίρεση του ιερού και του ανίερου, που εκδηλώνεται με τη χρήση ιερών κειμηλίων και εικόνων, με την παρωδία λειτουργικών κειμένων της εκκλησίας και με τη συμμετοχή (σε ρόλο πρωταγωνιστικό) πλασματικών ιερέων. Φαλλικά σύμβολα και ελευθεριάζουσες εκφράσεις προσδίδουν ξεχωριστό τόνο στις «νεκρικές» πομπές, που σε μερικές περιοχές διαρκούν ακόμη και ολόκληρες ώρες!

Τα αποκριάτικα και καθαροδευτεριάτικα μιμοδράματα μαρτυρούνται σε όλες σχεδόν τις επαρχίες της Κρήτης. Η υποχώρηση του εθίμου συμπίπτει με την οργάνωση «καρναβαλικών» εκδηλώσεων αστικού τύπου που άρχισε να εμφανίζεται κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Νίκος Ψιλάκης. Αλλάζοντας Πρόσωπα. Τελετουργίες ελευθεριότητας στην ύπαιθρο της Κρήτης.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 11/02/06 – 04/03/06

5 σχόλια

  1. […] Για τις Αποκριές υπάρχει στο ιστολόγιο ένα πολύ καλό άρθρο του δημοσιογράφου Νίκου Ψιλάκη σε αυτή τη σελίδα. […]

  2. […] πηγή […]


Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s